
Καιρό τώρα ήθελα να γράψω κάτι γι’αυτό το δίσκο. Γιατί κυρίες και κύριοι πρόκειται για μεγάλο δίσκο.
Είναι ότι καλύτερο έχει βγεί απο post-punk revival αυτη τη δεκαετία, μετα το Turn On The Bright Lights.
Γιατί οι κύριοι Editors πέταξαν τις κιθάρες, έπιασαν τα σύνθια,
έδωσαν την προσοχή που πρέπει στους στοίχους τους,
άρπαξαν τις επιρροές τους απο τα μαλλιά, τις βάλανε στα γόνατα και τους δείξανε την απάντηση στην ερώτηση “who’s your daddy now?”
Τι άλλο είναι το The Big Exit άν όχι πρώιμοι Cure και Bauhaus? Τον στοίχο “damn the passing hours, damn the summer flowers, they took what once was ours” δεν θα μπορούσε να τον είχε γράψει ο Robert Smith πριν μετατραπεί σε έναν μουμιοποιημένο κλόουν και γράψει το Friday i’m in love?
To Papillon δεν διακατέχεται απο την ψυχρή επικότητα της synth-pop των Depeche Mode των αρχών του 80?
Τότε που γράφανε κομμάτια σαν το Photographic λέω, ξέρετε ακριβώς τον ήχο.
Και δεν είναι οτι απλά αναπαράγανε. Χρησιμοποιήσανε.
Σαν εργαλεία, σαν να χρησιμοποιείς την ίδια κιθάρα με τον Kieth Richards ένα πράγμα (δεν ξέρω τι κιθάρα έχει, και δε με νοιάζει να σας πώ την αλήθεια).
Δεν είναι τυχαίος ο ήχος των Editors, να σας θυμίσω οτι και οι Horrors κινηθήκανε στα ίδια μονοπάτια υπο την επίβλεψη του Burroughs. Αυτός είναι ο ήχος του Λονδίνου μάγκες μου, μαζί με τη dubstep και την techno.
Και αυτή ακριβώς την επίδραση εξυμνούν και οι ίδιοι οι Editors στο πρώτο κομμάτι του δίσκου, το In This Light, And On This Evening, που είχα την τύχη να το ακούσω πρώτη φορά περπατώντας άσκοπα κοντά στο Pimlico, περπατώντας προς το Vauxhall, πάνω στη γέφυρα, καθώς ο ήλιος έδυε και έιδα όσα μου περιέγραφαν στα ακουστικά μου, “in this light and on this evening/ London’s become, the most beatiful thing i’ve seen”.
Κάποιοι δίσκοι γράφωνται για μια συγκεκριμένη πόλη, πως να το κάνουμε.
Πάλι γυρναμε στο Turn On The Bright Lights και τη Νέα Υόρκη, για παράδειγμα.
Και δε θέλω καν να αναφερθώ στο Eat Raw Meat= Blood Drool, γιατί είναι απλά αριστούργημα. Τεράστιο κομμάτι. Στην αρχή νόμιζα οτι είναι το καλύτερο του δίσκου, τώρα θεωρώ οτι όλος ο δίσκος γαμάει.
Αν σύμφωνα με τα δημοσιογραφικά κλισέ οι καλές μπάντες στον τρίτο δίσκο φαίνονται, τότε οι Editors είναι μεγάλη μπάντα.
Κρατάν απόλυτα την υπόσχεση που είχαν δώσει στον πρώτο τους δίσκο, στο πρώτο κομμάτι (Lights), όταν έλεγαν “i have a million things to say”.
Εξέλιξαν τον ήχο τους, γράφουν καλύτερα κομμάτια, κράτησαν ακέραιο το πνεύμα τους.
Αν στη φούρια των μουσικών εντύπων να αναδείξουνε το τελευταίο τρεντ και τον πιο “in” ήχο (κατ’αυτούς πάντα),
ή την εμμονή άλλων σε “αυτά που ξέρουμε” αμελούμε τις μεγάλες μπάντες τις δεκαετίας μας καήκαμε.
Τα σκέφτομαι όλα αυτά τις τελευταίες μέρες, γιατί ακούω ανθρώπους να μιλάνε για δίσκους που βγήκαν πριν ένα-δύο χρόνια, λες και βγήκαν το 80 και τα έχουν χιλιοακούσει. Καταλαβαίνω οτι η υπερπροσφορά μουσικής πλέον μας έχει κάνει όλους να προσπερνάμε δίσκους και μπάντες σε μόλις 6-7 μήνες.
Αλλά ρε σύ, πως τολμάς να απαξιώνεις και να ξεχνάς, τσόγλανε?
Υ.Γ Ελπίζω στην ψηφοφορία που διοργανώνεται αυτές τις μέρες απο τον Gone4Sure, να έχουμε όλοι την ευκαιρία να γυρίσουμε έστω και για λίγο,
πίσω το ρολόι και ακούσουμε και αυτο το έρμο το Is This It, που έχει πιάσει σκόνη στο ράφι.
Ρε συνομήλικοι, αυτή ήταν η δεκαετία μας ουσιαστικά (καλά και αυτή που έρχεται για την πάρτυ μας είναι, δε λέω) μη τρέχετε.
Recently...